ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΠΑΝΙΚΟΥ

Η διαταραχή πανικού (Δ.Π) χαρακτηρίζεται από απρόσμενα επεισόδια πανικού-φόβου χωρίς εξωτερικό ερέθισμα που συνοδεύονται από ποικίλα σωματικά ενοχλήματα.

Σύμφωνα με το DSM-III-R διαγιγνώσκεται η διαταραχή όταν εμφανίζονται 4 απρόσμενες προσβολές με τουλάχιστον 4 συμπτώματα μέσα σε 4 εβδομάδες ή όταν μετά από μια προσβολή πανικού ακολουθεί  διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα κατά το οποίο υπάρχει διαρκής φόβος επανάληψης της προσβολής πανικού. Τα συμπτώματα που μπορούν να συνοδεύουν τις κρίσεις πανικού μπορεί να είναι δύσπνοια, ζάλη, ταχυπαλμία, τρεμούλα, εφιδρώσεις, αίσθημα πνιγμονής, ναυτία, αποπροσωποποίηση, μουδιάσματα ή τσιμπήματα, αίσθημα ζέστης, ρίγος ή φούντωμα, πόνος ή πλάκωμα στο στήθος, φόβος θανάτου, φόβος απώλειας ελέγχου ή επέλευσης τρέλας, αίσθημα αδυναμίας, αστάθειας ή επερχόμενης λιποθυμίας, αίσθημα επερχόμενου καρδιακού εμφράγματος ή εγκεφαλικού, σφίξιμο, πόνος ή τράβηγμα στην περιοχή του αυχένα συχνά θεωρούμενο σαν αυχενικό σύνδρομο, σπαστική κολλίτιδα, μυαλγίες κλπ. Η παραμικρή άνοδος ή πτώση της αρτηριακής πίεσης θεωρείται σαν προειδοποίηση γιά εγκεφαλικό ή έμφραγμα. Όλα αυτα οδηγούν συχνά τον ασθενή στα επείγοντα του πλησιέστερου νοσοκομείου, πολλές φορές καθημερινά.

Η Δ.Π μπορεί να αποκλειστεί μόνο σε ταυτόχρονη ύπαρξη οργανικής νόσου που προκαλεί παρόμοιες ενοχλήσεις, όπως υπερθυρεοειδισμός, στηθάγχη, υπογλυκαιμία, Σ. Meniere, κροταφική επιληψία κλπ. Σε ασθενείς με προδιάθεση για Δ.Π. μπορούν διάφορες ουσίες όπως αμφεταμίνη, καφεΐνη, νικοτίνη, ξανθίνες, ναρκωτικά (ινδική κάνναβις, κοκαΐνη, ηρωίνη, LSD, έκσταση, κρακ, ice, κλπ) να προκαλέσουν κρίσεις πανικού και γι αυτό θα πρέπει να αποφεύγονται.

Η Δ.Π μπορεί να συνοδεύεται από αγοραφοβία, δηλ φόβο του ατόμου να βρίσκεται σε μέρη ή καταστάσεις από όπου η φυγή μπορεί να είναι δύσκολη (ή να προκαλεί αμηχανία) ή στις οποίες μπορεί να μην υπάρχει δυνατότητα βοήθειας σε περίπτωση προσβολής πανικού.

Η Δ.Π. μπορεί να πρωτοεμφανιστεί σε όλες τις ηλικίες, παρουσιάζει όμως σαφή αύξηση πρώτης εμφάνισης στην ηλικία των 20-40 ετών. Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι ενδείξεις, ότι πέρα από περιβαλλοντολογικούς παίζουν κληρονομικοί παράγοντες μεγάλο ρόλο στην εμφάνιση του πανικού. Σε διάφορες μελέτες διεθνώς υπολογίζεται η εμφάνιση μιας τουλάχιστον κρίσης πανικού στο 10% του πληθυσμού, το 4% του πληθυσμού έχει όμως σοβαρό και συχνό πρόβλημα με τις κρίσεις πανικού. Ο πανικός είναι χρόνιο και υποτροπιάζον σύνδρομο. Μπορεί να επανεμφανισθεί ακόμη και δεκαετίες μετά την θεραπεία.

Θεραπευτικά εφαρμόζονται ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι (θεραπεία της συμπεριφοράς) καθώς και (κυρίως) φαρμακοθεραπεία. Σαν θεραπεία των προσβολών πανικού συνιστώνται βενζοδιαζεπίνες (π.χ αλπραζολάμη 0,5 -2 mg ( XANAX ), βρωμαζεπάμη 3-6mg και λοραζεπάμη 1,0 -2,5 mg ), η συνεχής χορήγησή τους όμως για μεγάλα χρονικά διαστήματα λόγω του κινδύνου εθισμού τουλάχιστον σαν μονοθεραπεία πρέπει να αποφεύγεται. Η κύρια φαρμακευτική αγωγή γίνεται με αντικαταθλιπτικά. Κυρίως για διαταραχές με αγοραφοβία, κατάθλιψη και σωματικές ενοχλήσεις όπως μυαλγίες κλπ συνιστώνται τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όπως κλομιπραμίνη ( ANAFRANIL 75mg - 225mg ημερησίως ) και νορτριπτυλίνη ή αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, όπως π.χ. φλουοξετίνη (SOFELIN 20-60 mg), φλουβοξαμίνη (100-300 mg), σερτραλίνη (100-300 mg), παροξετίνη (20-60 mg), και σιταλοπράμη ( GALOPRAN 20-60 mg). Με επιτυχία χρησιμοποιούνται επίσης β-αναστολείς όπως πινδολόλη, προπανολόλη και μετοπρολόλη, ορισμένα νευροληπτικά σε μικρές δόσεις οπως σουλπιρίδη (DARLETON 100 εως 300 mg) καθώς και αγχολυτικά τύπου βουσπιρόνης (PENDIUM 10 εως 30 mg). Ακολουθεί μια φάση σταθεροποίησης 5-6 μηνών, κατά την οποία μπορεί παράλληλα με τη φαρμακοθεραπεία να εφαρμσθεί γνωσιακή θεραπεία και να γίνει προσπάθεια επίλυσης συγκρούσεων και προβλημάτων του ασθενούς.

Στη συνέχεια ακολουθεί φάση βαθμιαίας ελάττωσης της φαρμακευτικής αγωγής, που διαρκεί 3-4 μήνες. Σε περίπτωση επανεμφάνισης κρίσεων πανικού συνιστάται εκ νέου αύξηση του φαρμάκου. Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη φάση όπως και σε όλη την θεραπευτική διαδικασία είναι πολύτιμη η διαρκής ψυχολογική υποστήριξη του ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό.