Ίλιγγος: Πολλές μορφές, ακόμα περισσότερες αιτίες

 

Οποιαδήποτε βλάβη στο φλοιό του εγκεφάλου, στα βασικά γάγγλια, στην παρεγκεφαλίδα ή στα περιφερικά πληροφορικά συστήματα (μάτια, αισθητήρια νεύρα των άκρων και του κορμιού και λαβύρινθος μαζί με το αιθουσαίο νεύρο που τον ενώνει με τον εγκέφαλο) καθώς και στα νεύρα που ενώνουν τα προαναφερθέντα όργανα μεταξύ τους επιφέρει μια «αναστάτωση» που υποκειμενικά την εκλαμβάνουμε ως ίλιγγο. Το κεντρικό νευρικό σύστημα προσπαθεί να αντιρροπήσει τη βλάβη, όσο αυτό όμως δεν συμβαίνει επαρκώς, παραπονιόμαστε για ίλιγγο και κινδυνεύουμε να χάσουμε την ισορροπία μας. Η σύνδεση των ανωτέρω μηχανισμών με κέντρα του αυτόνομου νευρικού συστήματος, υπεύθυνα για τη λειτουργία του στομάχου, προκαλεί αίσθημα ναυτίας και τάση προς εμετό.

Όταν αισθανόμαστε ότι το περιβάλλον περιστρέφεται προς μία κατεύθυνση και τα συμπτώματα είναι περιορισμένης διάρκειας, τότε η βλάβη εστιάζεται συνήθως στον λαβύρινθο και το αιθουσαίο νεύρο. Ακόμα όμως και σε αυτές τις εύκολες διαγνωστικά περιπτώσεις υπάρχουν εξαιρέσεις, γιατί και σε βλάβες στο εγκεφαλικό στέλεχος, που περιλαμβάνουν τον πυρήνα ή τις κατώτερες κεντρικές δέσμες της 8ης συζυγίας, μπορεί να παρατηρηθούν ανάλογα συμπτώματα.


Όταν τα συμπτώματα του ιλίγγου είναι διάχυτα, δηλαδή υπάρχει αίσθηση ή φόβος για απώλεια της ισορροπίας, δίχως περιστροφικά φαινόμενα, τότε συνήθως ο ασθενής δυσκολεύεται να προσδιορίσει αν το πρόβλημα βρίσκεται στο κεφάλι ή σα κάτω άκρα. Μιλά συνήθως για άδειο κεφάλι, μπούκωμα στα αυτιά ή αστάθεια στα πόδια ή για όλα αυτά συγχρόνως. Τα ανωτέρω συμπτώματα συνοδεύονται μερικές φορές από νευροφυτικά φαινόμενα, όπως εφίδρωση, ταχυκαρδία, φόβο, τάση λιποθυμίας. Σε βλάβες στο νωτιαίο μυελό που συμπεριλαμβάνει τις οπίσθιες δέσμες ή σε πολυνευροπάθειες είναι πιθανόν το κύριο σύμπτωμα να είναι ίλιγγος, λόγω μειωμένης επίγνωσης της θέσης κυρίως στο σκοτάδι ή με κλεισμένα μάτια, δηλαδή όταν λείψει το οπτικό ερέθισμα.. Ασθενείς με πόνους στον αυχένα που παρουσιάζονται αυτόματα ή μετά από τραυματισμό, παραπονιούνται για ίλιγγο. Ρόλο παίζουν πιθανώς εδώ, κατεστραμμένοι αυχενικοί νευροϋποδοχείς.

Παροδικός διάχυτος ίλιγγος μπορεί να προέρχεται από εγκεφαλικά ισχαιμικά επεισόδια, λόγω εγκεφαλικής αλλά και στεφανιαίας αγγειοπάθειας, από υπερτασικές και υποτασικές κρίσεις αλλά και από ψυχικές αιτίες. Όσο και αν φαίνεται περίεργο ο ψυχικά άρρωστος υποφέρει πολλές φορές από ίλιγγο, επειδή τα βασικά γάγγλια που επηρεάζουν το μυϊκό τόνο των κάτω άκρων επηρεάζονται από ψυχικές καταστάσεις. Σε ασθενείς με φοβικό ίλιγγο, όπου σε ποστουρογραφικές εξετάσεις βρέθηκαν ταλαντώσεις 3,5 μέχρι 9 Hz, δεν ανέδειξαν βλάβες αισθητικών και κινητικών λειτουργιών, αλλά αυξημένη ενεργοποίηση των μυών, λόγω αλλαγής του προγραμματισμού της ισορροπίας σε κατάσταση φοβικής εμπειρίας . Διάχυτος παροδικός ή χρόνιος ίλιγγος παρουσιάζεται στην προσπάθεια του κεντρικού νευρικού συστήματος να εξισορροπήσει ίλιγγο περιφερικής αιτιολογίας με περιστροφικά φαινόμενα.

Χρόνιος διάχυτος ίλιγγος παρατηρείται επίσης σε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και στη νόσο του Πάρκινσον (ασθένεια των βασικών γαγγλίων) καθώς και σε πολλές άλλες χρόνιες εκφυλιστικές νόσους του εγκεφάλου, όπως οι διαφόρων τύπων άνοιες, αλλά και σε νόσους του περιφερικού νευρικού συστήματος, όπως οι πολυνευροπάθειες.

Στη διάγνωση και στη θεραπεία των ιλίγγων εμπλέκονται νευρολόγοι, ψυχίατροι, ωτορινολαρυγγολόγοι, παθολόγοι, καρδιολόγοι, ορθοπεδικοί. Κάθε γιατρός ερμηνεύει συνήθως τα συμπτώματα του ασθενούς από τη σκοπιά της ειδικότητάς του. Γι’ αυτό για να βοηθηθεί αποτελεσματικά ο ασθενής, απαιτείται η συνεργασία πολλών ειδικοτήτων. Στην πρώτη επαφή με τον άρρωστο απαιτείται εμπεριστατωμένη κλινική νευρολογική εξέταση που θα συμπεριλαμβάνει και δοκιμασίες πρόκλησης ιλίγγου που τις περισσότερες φορές θα δώσουν στοιχεία για το σύστημα που έχει πάθει βλάβη: οπτικό, αιθουσαίο, παρεγκεφαλιδικό, σωματοαισθητικό. Η διάγνωση της βλάβης κάποιου από τα ανωτέρω συστήματα υποβοηθείται και από κλινικές νευροφυσιολογικές εξετάσεις, όπως το ηλεκτρονυσταγμογράφημα, που ανάλογα με τις δυνατότητες της χρησιμοποιούμενης συσκευής, θα δώσει όχι μόνο πληροφορίες για βλάβη του λαβυρίνθου και του αιθουσαίου νεύρου, αλλά και θα δείξει επιπλέον βλάβες του στελέχους και των ημισφαιρίων στην καθοδήγηση των κινήσεων των οφθαλμών, καθότι την τελευταία δεκαπενταετία με τη βοήθεια οφθαλμογραφικών μεθόδων έγινε δυνατόν να αποδεχθεί ότι βλάβες του φλοιού οδηγούν σε ειδικές οφθαλμοκινητικές βλάβες που επηρεάζουν δυσμενέστατα τον προσανατολισμό του ασθενή στο χώρο5. Χρήσιμο είναι επίσης το μυογράφημα, κυρίως για βλάβες των περιφερικών νεύρων στα κάτω άκρα και τα σωματοαισθητικά προκλητά δυναμικά για βλάβες των αισθητικών οδών του κεντρικού και περιφερικού νευρικού συστήματος.

Σε περίπλοκες καταστάσεις και στη φυσικοθεραπεία του ιλίγγου πολύ χρήσιμη είναι και η μέθοδος της δυναμικής ποστουρογραφίας ή κινησιογραφίας, που σε συνδυασμό με την κλινική νευρολογική εξέταση θα βοηθήσει στο διαχωρισμό των βλαβών των διαφόρων συστημάτων ισορροπίας. Το ακουόγραμμα και τα ακουστικά προκλητά δυναμικά δίνουν έμμέσα πληροφορίες για βλάβες στο λαβύρινθο και άμεσα για βλάβες στο 8Ο εγκεφαλικό (αιθουσαίο και ακουστικό) νεύρο.

Τέλος, η υπερηχογραφική διερεύνηση (Triplex καρωτίδων, σπονδυλικών αρτηριών, διακρανιακός υπέρηχος για τα ενδοκρανιακά αγγεία, υπέρηχος καρδιάς) μπορεί να δώσει στοιχεία για διαταραχές στην αιμάτωση του εγκεφάλου. Η εργαστηριακή διάγνωση είναι δυσχερής σε περιπτώσεις χρόνιας λήψης φαρμάκων. Η χρόνια λήψη ηρεμιστικών (όπως βρομαζεπάμη) ή υπνωτικών, όπως ή ζοπικλόνη, δημιουργούν βλάβες στους αιθουσαίους πυρήνες και δέσμες.

Όσο και αν φαίνεται περίεργο, φάρμακα που δίνονται στον ίλιγγο, όπως η διμενυδρινάτη και η βηταιστίνη, που βελτιώνουν στην οξεία φάση τα συμπτώματα, στη χρόνια φάση τα επιδεινώνουν, επειδή εμποδίζουν το κεντρικό νευρικό σύστημα να αναπτύξει μηχανισμούς εξισορρόπησης της βλάβης.

Είναι λοιπόν ο ίλιγγος τόσο περίπλοκος; Πρέπει να γίνουν όλες οι αναφερθείσες εξετάσεις; Όχι απαραίτητα, γιατί ο έμπειρος εξεταστής θα θέσει προτεραιότητες. Στη διάγνωση όμως θα απαιτηθεί συχνά η συνεργασία νευρολόγου, ωτορινολαρυγγολόγου καθώς και παθολόγου, καρδιολόγου. Στη θεραπεία είναι συχνά επιπλέον αναγκαίοι οι ορθοπεδικοί και οι φυσίατροι. Ο ασθενής θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα εντυπωσιακά συμπτώματα οξέος ιλίγγου για τα οποία θα αναζητήσει άμεσα την ιατρική συμβουλή είναι τις περισσότερες φορές καλοήθους μορφής και παροδικά. Αντίθετα, τα χρόνια και άτυπα συμπτώματα μπορεί να κρύβουν σωματικές νόσους (όπως αυτές του κυκλοφορικού συστήματος) ή ψυχικές (όπως η κατάθλιψη και η διαταραχή πανικού).

Αξίζει λοιπόν να διερευνηθούν τα συμπτώματα σε βάθος, όχι μόνο για θεραπευτικούς αλλά και για προληπτικούς λόγους.